Λίγο πριν το τέλος*

σπόιλερ αλέρτ!!

Αγαπημένα φινάλε ταινιών, λοιπόν. Μιλάμε για τον ορισμό του σπόιλερ. Πώς να μιλήσεις για τελικές σηνές χωρίς να προδώσεις την ταινία; Δεν γίνεται με τίποτα. Γι’ αυτό προειδοποιώ, το τοπ3 είναι καραγεμάτο με σπόιλερς. Ιτς απ του γιου αν θα συνεχίσεις, υπάρχει και η λύση να πας απευθείας στο τέλος που παραθέτω τη λίστα. Επίσης, προειδοποιώ: ακολουθεί σεντόνι.

Ενας χωρισμός

Πριν μιλήσω για την τελική σκηνή, δυο λόγια για την ταινία: την είδα πολύ πρόσφατα και ακόμη τη σκέφτομαι έντονα. Να ‘ναι που ήταν το πρώτο θερινό της σεζόν(που τελαίνομαι για θερινά); Να ‘ναι που είχε συννεφιά στον ουρανό και ταίριαζε τόσο πολύ με τα μπουμπουνητά και τις βροντές μέσα σου κι έλεγες τώρα θα βρέξει, τώρα θα βρέξει, αλλά δεν έκλαιγες τελικά; Να ‘ναι που ήταν μια από τις συγκλονιστικότερες ταινίες που έχω δει; Από αυτές που κρατούν τεντωμένο κάθε νεύρο του κορμιού σου και όταν ανοίγουν τα φώτα είσαι πιασμένος σαν να έτρεχες 5 χλμ; Από αυτές που είναι τόσο αληθινά αληθινές, με ήρωες ανθρώπινους, που δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί, με θέματα που θίγονται χωρίς να σε κουράζει το πλήθος τους, με αυθεντικές ερμηνείες χωρίς να εκβιάζουν το συναίσθημα ούτε λεπτό, απ’ αυτές που υποφέρεις αρκετά-δηλαδή το διάλειμμα το θες και το παραθές- αλλά που στο τέλος μένεις αμίλητος γι’ αυτό το 1,5 λεπτό ακριβώς. Continue reading

Advertisements

ο σεφ τα πήρε

Πολύ της μόδας τελευταία η γαστρονομία και η γευσιγνωσία οίνου. Reality μαγειρικής, περιοδικά, ένθετα σε εφημερίδες, ένθετα σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, εστιατόρια, wine bars… Τι γίνεται, ρε παιδιά, παντού κάποιος μαγειρεύει; άνθρωποι που πριν λίγο καιρό δεν ήξεραν ότι για να τηγανιστεί ένα αυγό πρέπει να το σπάσεις πρώτα, τώρα μαγειρεύουν μόνο -wait for it…- «άντερα αγριογούρουνου τηγανισμένα σε λίπος ταύρου με μέλι» (βλ. Αστερίξ στην Ελβετία) και τα συνοδεύουν με Chateau Lafite. Για να πας σπίτι τους (δε συζητώ να βγεις μαζί τους για φαγητό ή έστω για ένα ποτάκι) πρέπει πρώτα να έχεις μελετήσει τις τελευταίες τάσεις της γαστρονομίας και τις οινο-διαδρομές της Β. Ελλάδας. Τσ, τσ, τσ… Στο κλίμα των ημερών κι εγώ λοιπόν, θα ασχοληθώ με την κουζίνα. Δε θα είμαι το ίδιο αφοριστική, όμως, με τις ταινίες που έχουν θέμα το φαγητό ή το κρασί. Αντίθετα λατρεύω να τις χαζεύω και μετά με φαντάζομαι σε μια κουζίνα ίνοξ να κόβω σα σαμουράι το κρεμμυδάκι και να δένω σάλτσες σε τρία τηγάνια ταυτόχρονα (πάει το ‘χασα).

Το θέμα «σινεμά-μαγειρική-κρασί» είναι τεράστιο αλλά επέλεξα να το σπάσω. Θα ασχοληθώ αυτή τη φορά με τους σεφ και μάλιστα τους εξαγριωμένους. Καλλιτέχνες της κουζίνας αντιμέτωποι με βάρβαρους πελάτες που αδυνατούν να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν την τέχνη τους. Οι σεφ των ταινιών, όπως και κάθε ιδιοφυής καλλιτέχνης, είναι γεμάτοι νευρώσεις αλλά δεξιοτέχνες και τελειομανείς. Οι πελάτες εκνευριστικοί, πληρώνουν και επομένως έχουν άποψη για το πώς θα φάνε το πιάτο τους. Απολίτιστοι! Κακώς. Chef knows best… Continue reading

οδηγώ τραγουδώντας

έμπνευση: Όταν έβλεπα στις αμερικάνικες ταινίες αυτές τις καταπληκτικές σκηνές που οι πρωταγωνιστές οδηγούσαν από τη δυτική στην ανατολική ακτή ή τούμπαλιν και τραγουδούσαν τα αγαπημένα τους τραγούδια, ήθελα κι εγώ. Έλα, όμως, που δεν είχα δίπλωμα. Μετά από άπειρα χρόνια και παραινέσεις γνωστών κι αγνώστων κατάφερα να απαντήσω στο ερώτημα: Όταν ο εκκινητής (μίζα) δεν ξεκινά, ποια μπορεί να είναι η πιθανή αιτία;

1. Κακή κατάσταση του συσσωρευτή.

2. Φθαρμένοι αναφλεκτήρες (μπουζί)

3. Δεν λειτουργεί ο πολλαπλασιαστής.

Kαι το πήρα. Μπορώ πλέον να οδηγώ απ’ τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη -περί τα 3 χλμ- ακούγοντας το αγαπημένο μου cd (το ονόμασα on the road). Το τραγούδι, λοιπόν, που προτιμώ να ακούω, να τραγουδώ και ενίοτε να χορεύω οδηγώντας και θα πρότεινα ως χαλί όταν διαβάζεις αυτή την ανάρτηση, καλέ μου αναγνώστη, είναι το :

Continue reading

ρούχα για χάζεμα

Θα μου πεις, σιγά το θέμα, το ντύσιμο σε μια ταινία είναι ασήμαντο. Θα σου πω να το ξανασκεφτείς.Δεν είναι αμελητέας σημασίας. Ίσα ίσα, είναι ένας κώδικας, ένας συμβολισμός του τι είναι ο άνθρωπος μέσα του. Μας δίνει άπειρα στοιχεία για το τι πιστεύει για τη ζωή, τι μουσική ακούει, τι κόμμα ψηφίζει, τι ερωτικές προτιμήσεις έχει, τι αυτοπεποίθηση κουβαλάει, τι φαντασία έχει, τι τόλμη, πού θέλει να ανήκει. Κι όλα αυτά στην πραγματική ζωή όπου αυτές τις πληροφορίες τις παίρνεις σχεδόν ασυνείδητα με μια φευγαλέα ματιά στον απέναντί σου. Φαντάσου στην ταινία, που τι είναι αν όχι συμπυκνωμένη ζωή; Το ντύσιμο σου δίνει τόσο υλικό για έναν χαρακτήρα όσο το να καθόταν ο ήρωας να σου διηγηθεί όλο το παρελθόν του, να σε κοιτάει στα μάτια(ok, στην κάμερα) και να σου μιλάει επί ώρες για την παιδική του ηλικία, την επανάσταση που έκανε ή όχι στην εφηβεία του, αν είναι συντηρητικός ή προοδευτικός τύπος, κλειστός ή ανοιχτόμυαλος, εσωστρεφής ή εξωστρεφής, αν περνάει εύκολα ή δύσκολα στη φάση που τον πετυχαίνεις. Και όπως και έξω στη ζωή, από τα πρώτα λεπτά ξέρεις μέσα σου αν τον συμπαθείς ή όχι, αν τον αντέχεις ή τον μισείς, αν είναι έρωτας με την πρώτη ματιά ή αν χρειάζεται δουλειά για να σε κερδίσει(#αγαπημονο).
Για αρχή έχω το αρχέτυπο, την Κοκό Σανέλ, και την ταινία  Coco avant Chanel, που εξιστορεί κυρίως τα χρόνια πριν την καθιέρωσή της και τη διασημότητά της. Θα μου πεις πάλι, ε, καλά, εντάξει, για τη Σανέλ μιλάει, ρούχα θα δείχνει. Θα σου πω και πάλι ξανασκέψου το. Γιατί η ταινία επικεντρώνεται στην ιδιαίτερη προσωπικότητά της και πώς αυτή χτίζεται και δυναμώνει στο πέρασμα των χρόνων. Το χαρακτηριστικό της είναι ότι είναι υπερφυσικά δυνατή και μάλιστα σε μια εποχή που κάθε γυναίκα είχε χίλια δυο εμπόδια να υπερπηδήσει για να κάνει κάτι στη ζωή· και είναι τρομερά γοητευτικό να παρακολουθείς πώς γεννιέται και εξελίσσεται ένα δυνατός και αποφασισμένος, να χαράξει προσωπική πορεία, άνθρωπος. Εμένα με κέρδισε εξίσου απόλυτα με τον χαρακτήρα της. Έχει και πολύ ωραίο και συγκινητικό λαβ στόρι, να ενημερώσω. Όσον αφορά τα ρούχα, όλη η ταινία είναι ένας ύμνος στην κομψότητα, τη δημιουργική φαντασία και την υψηλή αισθητική. Αγαπημένες σκηνές αυτές που βλέπεις από ποιες απλές σκηνές της καθημερινότητας αντλεί έμπνευση και φθάνει στο υπέροχο, κάθε φορά, αποτέλεσμα. Η Όντρεϊ Τοτού, με ωραίο, εσωτερικό παίξιμο και αξέχαστα σκληρό αλλά συνάμα γοητευτικό σκούρο βλέμμα(ε, καλά, το σκούρο δε θέλει και καμιά φοβερή υποκριτική δεινότητα). Έξτρα μπόνους, οι πολύ ωραίοι και καθαροί ήχοι από ψαλίδια που κόβουν, υφάσματα που σχίζονται, κλωστές που σπάνε, βελόνες που τρυπούν και άλλα τέτοια.

ανείπωτοι έρωτες

Ανείπωτοι και όχι ανεκπλήρωτοι. Οι ιστορίες που με ενδιαφέρουν έχουν να κάνουν με ανθρώπους που για τους δικούς του λόγους ο καθένας, δεν μπόρεσαν, δε θέλησαν να ομολογήσουν το ανομολόγητο, ή ακόμα κι αν το έκαναν, το άφησαν μισό. Κριτήριο αυστηρό: μέχρι χειραψία επιτρέπεται να έχουν ανταλλάξει οι πρωταγωνιστές- άντε και κανένα πεταχτό φιλί. Αυστηρά.

In the mood for love (2000). Σινεμά «Τριανόν» και μετά ποτάκι στο «Αu revoir». Ωραίες εποχές! Από τις ελάχιστες ταινίες που έχω δει πάνω από τρεις φορές και από τις αγαπημένες μου γενικά. Το εκπληκτικό είναι ότι κάθε φορά που τη βλέπεις σε καθηλώνει. Η μουσική των Shigeru Umebayashi και Michael Galasso, αναπόσπαστο κομμάτι της ταινίας, την απογειώνει. Εικαστικά, ένα αριστούργημα.

Στο θέμα μας τώρα: ο έρωτας, ο απαγορευμένος, ο ανεκπλήρωτος.

Χονγκ-Κονγκ, δεκαετία του ‘60. Ο Wong Kar Wai αφηγείται την ιστορία δύο ανθρώπων, της κ. Τσαν (Maggie Cheung) και του κ. Τσόου (Tony Leung Chiu Wai), που οι ζωές τους  συναντώνται τυχαία όταν μετακομίζουν σε διπλανά διαμερίσματα. Παντρεμένοι και οι δυο με συζύγους δύο ανθρώπους απόντες, τους οποίους εύστοχα ο σκηνοθέτης δεν παρουσιάζει ποτέ στο κοινό. Θα δούμε μόνο τις σκιές τους ή θα ακούσουμε τις φωνές τους κυρίως απ’ το τηλέφωνο. Η μοναξιά στους γάμους τους έρχεται να τους ενώσει. Η κ. Τσαν και ο κ. Τσόου πλησιάζουν ο ένας τον άλλο για να ανακαλύψουν ότι οι σύζυγοι τους έχουν δεσμό. Η συνειδητοποίηση της απιστίας και της προδοσίας είναι ένα βαρύ φορτίο που μοιράζονται, χωρίς όμως να υποπέσουν στο ίδιο παράπτωμα. «Δε θα γίνουμε σαν κι αυτούς» λέει η κ. Τσαν. Θα προβάρουν διαλόγους, στους οποίους εκείνη ρωτά «το σύζυγό της» αν την απατά. Θα συναντηθούν κρυφά στο δρόμο, σε εστιατόρια, στις σκάλες. Θα μιλήσουν ώρα στο τηλέφωνο. Θα εγκλωβιστούν στο σπίτι του λόγω των επικριτικών γειτόνων. Όλα γίνονται στα κρυφά. Ένα δειλό άγγιγμα, ένα φοβισμένο βλέμμα, αποτυπώνουν τα συναισθήματα τους. Η κοινωνία δεν σηκώνει την απιστία κι ας είναι και οι δυο τους θύματα της. Η κοινωνία αυτή και τα δεσμά που βάζουν οι ίδιοι στους εαυτούς τους, θα γράψουν τελικά και τον επίλογο. Ο κ. Τσόου κάπως πιο αποφασιστικός, δε μπορεί να κάνει την υπέρβαση. Ή την κάνει μισή. (αμάν βρε κ. Τσόου μου) Η κ. Τσαν δε θα τον ακολουθήσει στη Σιγκαπούρη (άλλη από κει). Θα τον επισκεφτεί ένα χρόνο μετά, αλλά δε θα συναντηθούν. Κάποια χρόνια μετά, θα επιστρέψουν και οι δύο στο σπίτι που ξεκίνησαν όλα. Εκείνη ως η νέα ιδιοκτήτρια κι εκείνος ένας απλός επισκέπτης. Και πάλι δε θα συναντηθούν.

Η ταινία τελειώνει με τον κ. Τσόου στην Καμπότζη στο ναό του Άνγκορ Βατ. Σε μια τρύπα ενός τοίχου του αρχαίου ναού, θα ψιθυρίσει το μυστικό τους και θα την καλύψει με λάσπη για πάντα. Ένας έρωτας που δεν τον έζησαν και θάφτηκε πριν καν ξεκινήσει.

Continue reading

Ένα κορίτσι στους τίτλους.

(σειρές που έχουν στον τίτλο τους τη λέξη girl(s) )

Γενικά, η λέξη girl φοριέται πολύ στους τίτλους σειρών. Η αλήθεια είναι ότι ένα κορίτσι πάντα προσελκύει το ενδιαφέρον. Οι γυναίκες θέλουν να δουν στην οθόνη τη ζωή τους δραματοποιημένη ή να θαυμάσουν ή να χαζέψουν πώς θα μπορούσε να είναι. Το περίεργο είναι ότι η λέξη girl έχει κάποια ταπεινότητα, δεν περιμένεις να δεις και καμιά φοβερά συναρπαστική ζωή δηλαδή· περισσότερο σε παραπέμπει στο κορίτσι της διπλανής πόρτας. Επίσης, σε προδιαθέτει για κάτι χαριτωμένο και δροσερό. Και λίγο εφηβικό. Ξέρεις ότι δεν θα προβληματιστείς και βαθιά. Πόσο να προβληματιστεί ένα κορίτσι για τα αποτελέσματα των εκλογών ας πούμε; Όχι βέβαια ότι η εφηβεία ή η ενηλικίωση δεν έχει τις δυσκολίες της, ίσα ίσα. Θα έλεγα ότι η ζωή ενός κοριτσιού χαρακτηρίζεται από μια αβάσταχτη ελαφρότητα.Οι άνδρες από την άλλη, είναι πάντα έτοιμοι να ερωτευτούν ένα περίεργο ή όμορφο κορίτσι που ζει δίπλα τους. Λέμε τώρα..

Λοιπόν, το top3 δεν ήταν και πολύ εύκολο. Ειδικά φέτος, δεχόμαστε καταιγισμό αμερικανικών σειρών μ’ αυτό το στοιχείο. Διαλέγω μια καινούρια, μια κατακαίνουρια και μια παμπάλαια.Το New Girl, με τη Ζούι(ή Ζόι, δε θα τα χαλάσουμε τώρα) Ντεσανέλ, ξεκίνησε λίγο περισσότερο σαχλά απ’ οτι αντέχω συνήθως αλλά αν δείξει κανείς λίγη υπομονή και δεν εγκαταλείψει μέχρι το 5ο-6ο επεισόδιο, θα ανταμειφθεί. Το στόρι είναι πολύ κλασικό για σειρά: τα ευτράπελα και χαριτωμένα της συγκατοίκησης τεσσάρων ατόμων. Το νεωτερικό στοιχείο είναι ότι πρόκειται για τρεις άνδρες και μία γυναίκα, κάπως ασυνήθιστη σύνθεση για σηριαλοσυγκατοίκηση. Και μάλiστα με μία γυναίκα που δεν αποτελεί το πατροπαράδοτο αντικείμενο του πόθου, όπως θα ήθελε το κλισέ. Είναι σειρά χαρακτήρων εννοείται, όχι καταστάσεων. Η Ζόι παίζει βασικά τον εαυτό της, μια εναλλακτική και τρελούτσικη κοπέλα που μετά το χωρισμό της με τον επί χρόνια φίλο της, μετακομίζει με τους υπόλοιπους 3 ήρωες: έναν έγχρωμο προπονητή μπάσκετ, έναν αιώνιο φοιτητή νομικής παύλα μπάρμαν, που δε ζητά και πολλά απ’ τη ζωή, και έναν γιάπη(μη με ρωτάς τι δουλειά κάνει, άλλος Τσάντλερ μάς βρήκε), λιγούρης και πολύ σίγουρος για τις παράλογες απόψεις του για τις σχέσεις και τη ζωή.Ε, στην αρχή δεν το είχαν πολυβρεί με τους χαρακτήρες. Άσε που η Ζόι ήταν υπερβολικά γλυκερή και ενοχλητικά χίπστερ· αλλά σιγά σιγά οι συγγραφείς τους έκαναν πιο αστείους, τους αγάπησαν, χαλάρωσε λίγο κι η Ζόι και κύλησε το νερό στ’ αυλάκι. Τώρα πια, είναι το πιο feelgood σηριαλεπεισόδιο της εβδομάδας και οι σχέσεις μου με τη Ζούι αποκαταστάθηκαν(έγιναν πάλι λατρείας δηλαδή).

σπονδυλωτές ταινίες

Μια λίστα με αφορμή ένα. Ένα τι; Ένα είδος, μια ομάδα. Τις σπονδυλωτές  ταινίες. Είπα να ξεκινήσω με κάτι απλό και τελικά αποδείχτηκε πιο πολύπλοκο απ’ όσο περίμενα. Αφορμή στάθηκε μια συνέντευξη του Gael García Bernal και μου θύμισε το εκπληκτικό Αmores Perros. Βάλθηκα, λοιπόν, να θυμηθώ μερικές απ’ τις πιο όμορφες σπονδυλωτές ταινίες που έχω δει. Κι εκεί που έλεγα ότι το τρίλιστο αυτό θα είναι ένα αφιέρωμα στον Iñárritu, αρχίζουν ταινίες να σκάνε από παντού. Έκανα το λάθος ν’ αναζητήσω ανάλογες λίστες στον κυβερνοχώρο και βρέθηκα, ασπόνδυλο γαρ, να πνίγομαι σ’ ένα πέλαγος από σπονδυλωτές ταινίες. Άλλες με κοινή αναφορά τον τόπο, κάποιες το θέμα, άλλες ένα πρόσωπο. Μερικές ξεκάρφωτες. Άλλες πάλι σκηνοθετημένες από έναν σκηνοθέτη, άλλες από πολλούς. Έτσι, βρέθηκα στο περιβόητο σημείο μηδέν και αποφάσισα να παραθέσω τις τρεις αγαπημένες μου σπονδυλωτές ταινίες. Άρα κριτήριο, το συναίσθημα. Και ναι, δεν είμαι κριτικός τέχνης και μπορώ να το κάνω.

Continue reading